Η φωτογραφία μου
Master of Science in Economics, Athens University of Economics and Business.

Ανάπτυξης ιστορία…

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας 1% – γι’ αυτό και θεωρεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας μη βιώσιμο. Ποιες ήταν, όμως, οι αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας αυτής στο παρελθόν; Δικαιολογούν την απαισιόδοξη προβολή για το μέλλον;

Αντλώντας στοιχεία από τη βάση δεδομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας, η οποία φτάνει πίσω στον χρόνο μέχρι το 1961, δημιουργήσαμε το κάτωθι διάγραμμα.




· Ο μέσος όρος της 55ετίας 1961-2015 ήταν 2,8%, δηλαδή αισθητά πάνω από το προβλεπόμενο 1% από το ΔΝΤ.

· Το μέγιστο σημειώθηκε το 1961 (ανάπτυξη πάνω από 11%) και το ελάχιστο το 2011 (ύφεση πάνω από 9%). Δηλαδή, κατ’ αντιστοιχία στην αρχή και στο τέλος περίπου της περιόδου.

· Ύφεση καταγράφηκε 13 από τις 55 χρονιές (1974, 1981-1983, 1987, 1993, 2008-2013, 2015). Ανάπτυξη, τις υπόλοιπες (με εξαίρεση το 1990, που είχαμε στασιμότητα).


Από δεκαετία σε δεκαετία

Συγκρίνοντας τον μέσο όρο μεταξύ των δεκαετιών, μπορούμε να δούμε ότι:
– Υψηλότερος ήταν τη δεκαετία του 1960 (πάνω από 7,5%).
– Χαμηλότερος, αν εξαιρέσουμε τη μη ολοκληρωμένη τρέχουσα, τη δεκαετία του 1980 (κάτω από 1%).




Ο παππούς και ο εγγονός…

Συγκρίνοντας τον μέσο όρο των κυβερνήσεων, θα έρθουμε αντιμέτωποι με τα παιχνίδια της μοίρας: Ο Γέρος της Δημοκρατίας, Γεώργιος Παπανδρέου, είχε τον υψηλότερο (σχεδόν 8% αν συμπεριληφθούν οι κυβερνήσεις των αποστατών) και ο συνονόματος εγγονός του τον χαμηλότερο ( –7 και %). 

Βέβαια, και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν βάσιμες ενστάσεις: Στην περίπτωση του παππού (1964-1966), η ελληνική οικονομία ακολούθησε τη φόρα που είχε από την οκταετία του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1956-1963). Στην περίπτωση του εγγονού (2010-2011), το ξεφούσκωμα από τη διακυβέρνηση του ανιψιού του προηγουμένου (2004-2009) και τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης.




Εάν χωρίσουμε την 55ετία σε τρεις μεγάλες υποπεριόδους με κόμβους τη Μεταπολίτευση (1974) και τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τις αγορές (2010), θα δούμε ότι:
– Στην πρώτη περίοδο (1961-1974), σημαντική ανάπτυξη είχαμε ακόμα και επί δικτατορίας (1967-1974, πάνω από 6%). 
– Κατά τη δεύτερη περίοδο (1975-2009), ισχνούς ρυθμούς ανάπτυξης την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ (1982-1989, περίπου 1%), όπως και την τετραετία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (1990-1993, περίπου 0,5%). Και υψηλούς (πάνω από 3,5%), στις πρώτες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας (1975-1981) και στη δεύτερη περίοδο του ΠΑΣΟΚ (1994-2003).


Μια σύγκριση με τον αναπτυγμένο κόσμο

Αναζητήσαμε τον μέσο όρο των κρατών-μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας & Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) στην ίδια βάση δεδομένων, για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης.

Κατ’ αρχάς, όπως φαίνεται και στο διάγραμμα, μόνο μία χρονιά (το 2009) στην περίοδο που εξετάζουμε ο ΟΟΣΑ είδε ύφεση. Ο μέσος όρος της 55ετίας για τα μέλη του ήταν ανάπτυξη της τάξεως του 3,1%.




Τώρα, συγκριτικά, η Ελλάδα είχε ρυθμούς ανάπτυξης:
– Υψηλότερους του ΟΟΣΑ την περίοδο 1961-1978 εξαιρώντας τρεις χρονιές (το 1962, το 1974 και το 1977· τυπικά και το 1966, που είχε ακριβώς τους ίδιους).
– Χαμηλότερους του ΟΟΣΑ την περίοδο 1979-1996, εξαιρώντας μόνο μία χρονιά (το 1991).
– Υψηλότερους του ΟΟΣΑ την περίοδο 1997-2007 εξαιρώντας τρεις χρονιές (τη διετία 1999-2000, που είχε οριακά χαμηλότερους, και το 2005).
– Χαμηλότερους του ΟΟΣΑ όλη την περίοδο 2008-2015.




Συνολικά, κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου (1961-2015), 23 χρονιές είχε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, 31 χαμηλότερους και 1 ακριβώς τους ίδιους.

Η μέγιστη απόκλισή της προς τα πάνω καταγράφηκε στην αρχή της 55ετίας, το 1961 (σχεδόν 6,5 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης) και, πριν φτάσει στον αποκλεισμό της από τις αγορές, η μέγιστη προς τα κάτω το 1974 (7,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερους). Την τριετία 2010-2012 ξεπέρασε κι αυτό το αρνητικό ρεκόρ από την κατάρρευση της Χούντας, καθώς είχε μεταξύ 8,5 και 11 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ΟΟΣΑ.

Η μέση απόκλιση της Ελλάδας ήταν μόλις 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, αλλά –όπως είδαμε– υπήρχαν δύο σαφώς θετικές περίοδοι (1961-1978 και 1997-2007) και δύο σαφώς αρνητικές (1979-1996 και 2008-2015) εν συγκρίσει με τον ΟΟΣΑ. 

Με μια φράση, η χώρα μας φαίνεται σαν να κατέβηκε από το τρένο στα τέλη της δεκαετίας του 1970, να ανέβηκε εκ νέου μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αλλά να ξανακατέβηκε στα τέλη της δεκαετίας του 2000. Κι ακόμα να μην έχει καταφέρει να ξανανέβει…


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τόσο τη δεκαετία του 1990, όσο κι εκείνη του 2000, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν πάνω από 2%. Είναι, επομένως, εύλογο το ερώτημα: Αφού η Ελλάδα πέτυχε αυτήν την επίδοση τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν την τρέχουσα, γιατί δεν μπορεί να πράξει αναλόγως και τις επόμενες; Προϋπόθεση, βέβαια, η επιστροφή της στις αγορές και η πραγματοποίηση επενδύσεων.

Η μόνιμη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα θα εξασφάλιζε το αναγκαίο επενδυτικό σοκ. Αλλά ο πολιτικός κόσμος της χώρας κωφεύει και αδρανεί. Δεν έχει καν αναγορεύσει τον στόχο αυτό σε εθνικό. Παρότι πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τότε που η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού δήλωσε ότι η ιδέα είναι εξαιρετική. Έστω κι αν τους Αγώνες του 2024 διεκδικούν πλέον μόνο δύο –φίλα προσκείμενες– πόλεις (Παρίσι, Λος Άντζελες), αφού αποσύρθηκαν τρεις υποψήφιες (Αμβούργο, Ρώμη, Βουδαπέστη).

Ποιοι θα είναι οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αν κάθε τετραετία, ξεκινώντας από το 2024, η Ελλάδα φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες;


Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της εφημερίδας «Η Ναυτεμπορική» στις 27 Ιουνίου 2017:
http://www.naftemporiki.gr/story/1252643/anaptuksis-istoria


Υποσημειώσεις

1. Η Ένωση Κέντρου πήρε τη διακυβέρνηση με τις εκλογές τις 16ης Φεβρουαρίου 1964. Στην περίοδο της συμπεριλαμβάνουμε και τις τρεις κυβερνήσεις των αποστατών της (Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα, Ηλία Τσιριμώκου και Στέφανου Στεφανόπουλου), που σχηματίστηκαν μεταξύ του Ιουλίου του 1965 και του Δεκεμβρίου του 1966. 

2. Δεδομένου ότι η δικτατορία εκδηλώθηκε τους πρώτους μήνες του 1967 (την 21η Απριλίου), το συγκεκριμένο οικονομικό έτος χρεώνεται σε εκείνη. Αντιστρόφως, καθώς έμεινε στην εξουσία μέχρι τα τέλη Ιουλίου 1974, της χρεώνεται κι εκείνο. Με την ίδια λογική, αφού οι εκλογές του 1981 έγιναν στις 18 Οκτωβρίου, το οικονομικό έτος 1981 χρεώνεται στη Νέα Δημοκρατία. Μεταξύ των εκλογών της 18ης Ιουνίου 1989 και των εκλογών της 8ης Απριλίου 1990, υπήρξαν κυβερνήσεις συνεργασίας. Αλλά, λόγω αυτών των ημερομηνιών, χρεώνουμε το οικονομικό έτος 1989 στο ΠΑΣΟΚ και το οικονομικό έτος 1990 στη Νέα Δημοκρατία, που κυβέρνησαν σχεδόν τους μισούς ή περισσότερους από τους μισούς μήνες έκαστου. Παρομοίως, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κυβερνητικές εναλλαγές έγιναν στις εκλογές της 7ης Μαρτίου 2004, της 4ης Οκτωβρίου 2009, της 17ης Ιουνίου 2012 και της 25ης Ιανουαρίου 2015, χρεώνουμε τα οικονομικά έτη 2004, 2009 και 2012 στη Νέα Δημοκρατία και το οικονομικό έτος 2015 στον ΣΥΡΙΖΑ. Το διάστημα Νοεμβρίου 2011 – Μαΐου 2012, υπήρχε κυβέρνηση συνεργασίας (με πρωθυπουργό τον Λουκά Παπαδήμο). Αλλά, επειδή σχηματίστηκε στο τέλος του 2011 και τερμάτισε στις αρχές του 2012, δεν της χρεώνεται κανένα από τα δύο αυτά έτη. 

3. Τον Ιούνιο του 2016, η Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας στο Φεστιβάλ Ιδεών Άσπεν, στο Κολοράντο των ΗΠΑ, είχε πει μεταξύ άλλων: «Νομίζω ότι είναι μια εξαιρετική ιδέα. Στο βαθμό που πρόκειται να δημιουργήσει ζήτηση, η οποία είναι ό,τι απολύτως χρειάζεται αυτή η οικονομία, θα ήταν εξαιρετική». 

4. Τον Δεκέμβριο του 2015, το Αμβούργο απέσυρε την υποψηφιότητά του για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024. Τον Σεπτέμβριο του 2016, η Ρώμη. Και τον Φεβρουάριο του 2017, η Βουδαπέστη.